Ενημέρωση: Άρθρα - Τα Βιολογικά Προϊόντα προβάλλουν ως μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία ανάπτυξης | TÜV AUSTRIA Hellas
 

Ενημέρωση

Τα Βιολογικά Προϊόντα προβάλλουν ως μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία ανάπτυξης
Άρθρα

25/05/2016

Η λιανική αγορά βιολογικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει αξιοπρόσεκτη ανάπτυξη, καθώς έχει καταφέρει να διπλασιάσει τη συνολική της αξία, κατά την τελευταία δεκαετία, από 11,1δισ.€ το 2005 σε 24δισ.€ μέχρι το έτος 2014. Μάλιστα, τα νούμερα αυτά κατατάσσουν την Ε.Ε. στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας αγοράς βιολογικών προϊόντων, πίσω από τις Η.Π.Α με 27,1δισ. €.  

Τα ιδιαιτέρως σημαντικά αυτά στοιχεία για τον στρατηγικό σχεδιασμό της επιχειρηματικότητας του αγροδιατροφικού τομέα, μαζί με πληθώρα δεδομένων τα οποία περιγράφουν και συγκριτικά αξιολογούν το χώρο της Βιολογικής Γεωργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σχέση με τις τάσεις της παγκόσμιας αγοράς, παρουσιάζονται στην πρόσφατη έκθεση – Απρίλιος 2016 – της IFOAM EU (Διεθνής Ομοσπονδία Κινημάτων Βιολογικής Γεωργίας για την Ε.Ε.)  «Βιολογική Γεωργία στην Ε.Ε. – Προοπτικές και Ανάπτυξη 2016»

Σε επίπεδο παραγωγής βιολογικών προϊόντων ωστόσο στην Ε.Ε. και ενώ αυτή έχει ιδιαιτέρως αυξηθεί στην ίδια δεκαετία, φτάνοντας κατά το 2014 στα 10,3εκ. εκτάρια καλλιεργούμενης έκτασης (ποσοστό 5,7% της συνολικά καλλιεργούμενης έκτασης στην Ε.Ε.), παρουσιάζεται μικρή επιβράδυνση της τάξης του 1,1% το 2014.

Πάρα ταύτα και ενώ θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτή η σταθεροποίηση (με ελαφρά πτώση) στην παραγωγή ίσως υποδεικνύει το ότι η ανάπτυξη των βιολογικά καλλιεργούμενων εκτάσεων έχει φτάσει το όριο παγίωσης του κλάδου, τα λοιπά δεδομένα της έκθεσης φανερώνουν ότι το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονης Βιολογικής Γεωργίας αποτελεί η δυνατότητα γεφύρωσης του χάσματος που υφίσταται μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς βιολογικών προϊόντων.

Συγκεκριμένα, οι καταναλωτές της Ε.Ε. έχουν διπλασιάσει το μέσο όρο των χρημάτων που δαπανούν για βιολογικά προϊόντα, με σχεδόν 47,4€ κατά κεφαλήν (5,7€ για την Ελλάδα με στοιχεία του 2010), ενώ παράλληλα οι χώρες της Ε.Ε. εμφανίζουν παγκοσμίως το υψηλότερο μερίδιο σε πωλήσεις βιολογικών προϊόντων, ως ποσοστό επί της αγοράς τροφίμων τους.

Οι επιχειρήσεις μεταποίησης και παρασκευής βιολογικών τροφίμων αριθμούν πλέον τους 50.000, ενώ οι εισαγωγείς τους 1.700, παρουσιάζοντας αύξηση 19% και 17% αντίστοιχα σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.. Πρώτη μεταξύ αυτών, σε επίπεδο μεταποιητών, έρχεται η Ιταλία (12.000), ενώ σε επίπεδο εισαγωγέων η Γερμανία (326).

Ωστόσο, αν και τα παλαιότερα Κράτη-Μέλη της Ε.Ε. κατέχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά σε μεταποιητικές επιχειρήσεις και εισαγωγείς, βάσει των νεότερων δεδομένων, οι νέες χώρες Κράτη-Μέλη αναπτύσσουν συνεχώς τον παρασκευαστικό κλάδο βιολογικών προϊόντων, ώστε να εξαρτώνται λιγότερο από τις εισαγωγές και να αυξήσουν παράλληλα την προστιθέμενη αξία των δικών τους εξαγόμενων προϊόντων.

Σε επίπεδο διανομής βιολογικών, η Γερμανία με αξία προϊόντων στα 7,9δισ.€ παραμένει η μεγαλύτερη αγορά στην Ε.Ε. και δεύτερη παγκοσμίως μετά τις Η.Π.Α.. Η Γαλλία στη δεύτερη θέση της Ε.Ε. με 4,8δισ.€, ενώ ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία.

Αναφορικά με τα βιολογικά προϊόντα που παρουσιάζουν πιο αυξημένο ενδιαφέρον από τους ευρωπαίους καταναλωτές, τα φρούτα και τα λαχανικά αποτελούν το ένα πέμπτο (1/5) της αξίας των περισσότερων αγορών. Τα βιολογικά αυγά από την άλλη, δείχνουν να αποτελούν το νέο success story σε πολλές χώρες της Ε.Ε. όπου διαθέτουν μερίδιο περίπου 12% (20% στη Γαλλία) των αντίστοιχων αγορών, ενώ αντίστοιχα τα γαλακτοκομικά εμφανίζουν μερίδια της τάξης του 5% (κυρίως στις βόρειες χώρες της Ευρώπης).

Τα βιολογικά αρτοσκευάσματα και τα προϊόντα ζύμης παραμένουν επίσης υψηλά στις προτιμήσεις των καταναλωτών, όπου σε κάποιες χώρες φτάνουν σε ποσοστό 10% της αντίστοιχης συνολικής αγοράς τους.

Η ενθαρρυντική εικόνα ανάπτυξης που παρουσιάζει ο τομέας της Βιολογικής Γεωργίας, σύμφωνα πάντα με την έκθεση της IFOAM θα μπορέσει να βελτιωθεί σημαντικά περαιτέρω, εάν ξεπεραστούν κάποιοι από τους βασικούς σκοπέλους που κυρίως προσδιορίζονται στις αδυναμίες της εφοδιαστικής αλυσίδας, στη φτωχή σε αρκετές περιπτώσεις διαφάνεια των αγορών, αλλά και στην ελλιπή πληροφόρηση και παροχή δεδομένων, καθοριστικών για μελλοντικές επενδύσεις.     
Αναλυτικότερα στοιχεία επί των ανωτέρω θεμάτων και για κάθε χώρα Κράτος-Μέλος της Ε.Ε. ξεχωριστά, δείτε στο κείμενο «Βιολογική Γεωργία στην Ε.Ε. – Προοπτικές και Ανάπτυξη 2016».

Το έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό της TÜV AUSTRIA HELLAS για τα θέματα Βιολογικής Γεωργίας είναι πάντα στη διάθεση των επιχειρήσεων του χώρου.

(Εισηγητής: Κων/νος Μαυρόπουλος)